Οία Σαντορίνης

Σαν πίνακας ζωγραφικής!

Σπίτια βαμμένα στα χρώματα της αθωότητας ακροζυγιάζονται στο χείλος του γκρεμού, λες κι αμφιταλαντεύονται, αιώνες τώρα, ανάμεσα σ’ ουρανό και θάλασσα… Η Οία αγναντεύει από θέση υπεροχής τα βαθυγάλαζα νερά της Καλντέρας και υπερηφανεύεται για τη ναυτική της παράδοση, την εκλεπτυσμένη αισθητική της, αλλά και για το ρομαντικό της ηλιοβασίλεμα.
Είναι ένας τόπος ιδιαίτερος, μοναδικός. Δεν του αρκεί μονάχα η ματιά.
Θέλει γνώση, σκέψη, στοχασμό. Απαιτεί κατάθεση ψυχής! Μόνον τότε σου επιτρέπει, σταλιά-σταλιά,
να γευθείς το πάθος που κρύβει μέσα του και ν’ απογειωθείς μαζί του σε μια ανάταση σώματος,
πνεύματος και ψυχής…

Κείμενο – Φωτογραφίες:  Ιωάννα Παραβάλου (Φιλική συμμετοχή)

 

Το πρώτο ραντεβού μου με τούτο τον τόπο ήταν πριν από πολλά χρόνια…
Τότε το καράβι ξεκινούσε από τον Πειραιά στις 8 το πρωί και έφθανε στη Σαντορίνη στις 8 το απόγευμα. Την πιο δυνατή στιγμή της. Την ώρα του δειλινού. Καθώς το πλοίο έστριβε από το Αμμούδι για να μπει στην Καλντέρα, τον κόλπο της Σαντορίνης, δεν θα ξεχάσω ποτέ το συναίσθημα που ένιωσα:
Δέος! Ναι, αυτή είναι η μόνη λέξη που του πρέπει.
Ομορφιά άγρια, απρόσμενη, μοναδική…. Από τη μια, οι κοκκινόμαυροι κάθετοι γκρεμοί ορθώνονταν σκιεροί, επιβλητικοί πάνω από τη θάλασσα και στην κορυφογραμμή αχνοφαίνονταν τα σπίτια της Οίας. Από την άλλη το ηφαίστειο, με τις μαύρες γυαλιστερές του πέτρες βαμμένες στα μαβιά χρώματα του δειλινού, να ταξιδεύει, ημερωμένο πια, στην αγκαλιά της βαθυγάλαζης θάλασσας.


Το πλοίο σταματούσε πρώτα έξω από το λιμάνι της Οίας, την Αρμένη, και έπειτα συνέχιζε ως τα Φηρά και τον Αθηνιό, το κεντρικό λιμάνι.
Κατεβήκαμε στις βάρκες που πλεύρισαν το καράβι κι από εκεί οι επιλογές που είχαμε για να ανεβούμε ως την Οία ήταν δύο: με τα μουλάρια ή με τα πόδια. Επέλεξα το δεύτερο (μάλλον από φόβο) κι έτσι μέτρησα ούτε κι εγώ ξέρω πόσα σκαλοπάτια. Άλλες εποχές…
Με την πρώτη ματιά, λοιπόν, «ερωτεύθηκα» αυτό τον τόπο, μ’ έναν «έρωτα» ανόθευτο, διαχρονικό, από αυτούς που δεν τελειώνουν ποτέ, ίσως γιατί μένει ανεκπλήρωτος, ίσως γιατί πάντα κάτι καινούργιο ανακαλύπτω σ’ αυτόν που με κάνει να τον ερωτεύομαι ξανά και ξανά… Κι ίσως να ‘ναι αυτή η «αδυναμία» που του έχω που με κάνει να ακουμπάω απαλά την «ψυχή» του, να τον αποδέχομαι όπως είναι, με τα καλά του, μα και με τ’ ανάποδά του…

Η ποίηση των αντιθέσεων…

Από την πρώτη εκείνη συνάντηση πέρασαν αρκετά χρόνια… Μέσα σ’ αυτό το διάστημα η Οία άλλαξε, «ζωντάνεψε», καθώς σιγά-σιγά τα γκρεμισμένα υπόσκαφα σπίτια της πήραν ξανά ζωή, χωρίς ευτυχώς να αλλοιώσουν τη φυσιογνωμία της, πολλά μαγαζιά, εστιατόρια και μπαράκια κατέκλυσαν τον κεντρικό της δρόμο (τα Μάρμαρα), αλλά και μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα χτίστηκαν σύμφωνα με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική για να εξυπηρετήσουν τους πολλούς πλέον θαυμαστές της, απ’ όλα τα σημεία της γης.
Η Οία, όπως και όλη η Σαντορίνη άλλωστε, δεν είναι εύκολος τόπος. Έχει μια εντελώς ξεχωριστή φυσιογνωμία από τα υπόλοιπα νησιά, μια ομορφιά που αναδύεται μέσα από την αρμονική συνύπαρξη των πιο έντονων αντιθέσεων. Λες και σ’ αυτό τον τόπο το μαύρο «ερωτεύεται» το άσπρο, η σκιά «παντρεύεται» το φως κι ο φόβος του θανάτου «μετουσιώνεται» σε πάθος για ζωή!
Μέσα από το φακό της φωτογραφικής μηχανής μου προσπαθώ να αιχμαλωτίσω αυτό το «άπιαστο», το «απρόβλεπτο», το «ανυποψίαστο», που το νιώθω γύρω μου, μα δεν μπορώ να το καταγράψω, να το ονοματίσω… Ίσως γιατί άλλοτε κρύβεται βαθιά στη λαβωμένη καρδιά αυτού του τόπου κι άλλοτε γίνεται διαβατάρικο πουλί που σε σηκώνει απαλά στις φτερούγες του για να σε ταξιδέψει σε χρόνια μακρινά, σε χρόνια περασμένα…

Σεργιάνι στο χθες…

Στα αρχαία, λοιπόν, χρόνια, Οία ονομαζόταν η πόλη («Θηραίων πόλις») και βρισκόταν εκεί που είναι σήμερα το παραλιακό χωριό Καμάρι. Πιθανότατα, η αρχαία Οία ήταν το λιμάνι της Αρχαίας Θήρας, της πόλης που ήταν κτισμένη στην κορυφή του Μέσα Βουνού, στο νότιο μέρος της Σαντορίνης.
Η πρώτη ονομασία του σημερινού οικισμού ήταν Κάστρο του Αγίου Νικολάου ή Πάνω Μεριά (Πανωμερέα), που προσαρτήθηκε το 1207 από τους Βενετούς στο Δουκάτο του Αρχιπελάγους. Πρώτος δούκας του ήταν ο Μάρκος Σανούδος, που το παρεχώρησε αργότερα στον Ιάκωβο Βαρότσι. Την εποχή αυτή στη Σαντορίνη υπήρχαν 5 κάστρα: Το Κάστρο του Σκάρου (στο Ημεροβίγλι), το Κάστρο του Πύργου, το Κάστρο του Εμπορείου, το Κάστρο του Ακρωτηρίου και το Κάστρο του Αγίου Νικολάου ή της Επανωμερέας.
Το Κάστρο του Αγίου Νικολάου δόθηκε στους άρχοντες Νταργέντα (Dargenta) ως το 1577. Από το φόβο των πειρατών που λυμαίνονταν την περιοχή, τα σπίτια και τα Καστέλια (τα Κάστρα) χτίστηκαν ψηλά, δημιουργώντας ένα είδος οχυρού. Απαραίτητη προϋπόθεση στην οργάνωση του οικισμού ήταν η οικονομία του χώρου. Στα σημεία απ’ όπου μπορούσαν να αγναντεύουν την ανοιχτή θάλασσα έχτιζαν πύργους-παρατηρητήρια, τους Γουλάδες (η λέξη «Γουλάς» προέρχεται από παραφθορά της τουρκικής «Κουλές» = «Πύργος»).
Η Οία πήρε το σημερινό της όνομα μόλις τη δεκαετία του 1930.

Παράδοση στη ναυτιλία

Δεμένοι με τον τόπο τους, αλλά και με ασίγαστο πάθος για τη θάλασσα, οι Οιάτες ναυτικοί όργωσαν με τα καράβια τους τη Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα, την Ερυθρά Θάλασσα και τον Ατλαντικό. Τη δεκαετία του 1880 ο θηραϊκός στόλος βρισκόταν στο απόγειό του, με 170 ιστιοφόρα, εκ των οποίων τα 70 ήταν μεγάλα ποντοπόρα ιστιοφόρα μπρίκια, χωρητικότητας άνω των 200 τόνων.
Οι θαλάσσιοι δρόμοι που ακολουθούσαν τα οιάτικα πλοία και οι Οιάτες έμποροι και ναυτικοί ήταν οι δρόμοι των σιτηρών από τη Μαύρη Θάλασσα προς τη Δυτική Ευρώπη, αλλά και με φορτία κάρβουνου από τη Βόρειο Ευρώπη στη Μεσόγειο.
Από το νησί τους φόρτωναν το φημισμένο γλυκό κρασί της Σαντορίνης, το Βινσάντο (Vin Santo) και θηραϊκή γη (μείγμα ελαφρόπετρας και πορσελάνης), για να ταξιδέψουν με τα πανωμερίτικα καράβια, τα μεγάλα ιστιοφόρα, ως τα πέρατα της γης…
Εκτός από ναυτικούς, καπεταναίους ή πλοιοκτήτες, στην Οία υπήρχαν και πολλοί ναυπηγοτεχνίτες, που επισκεύαζαν ή «έχτιζαν» πλοία, κάτω στην Αρμένη. Εδώ έβρισκε κανείς πληροφορίες πού να ασφαλίσει ή να νηολογήσει το πλοίο του, πού να το ναυλώσει ή πώς να το χρηματοδοτήσει. Τα ονόματα των Οιατών πλοιοκτητών είναι γραμμένα στα αρχεία των διεθνών νηογνωμόνων.
Όσο μακριά, όμως, κι αν ταξίδευαν (στην Οδησσό, στη Μασσαλία, στην Αλεξάνδρεια…), πάντα γύριζαν πίσω, στον τόπο τους, εκεί που τους καρτερούσε μια μάνα, μια γυναίκα, μια αγαπημένη…

Ανακαλύπτοντας την Οία…

Προσπαθώντας ν’ ανακαλύψεις την ανείπωτη ομορφιά της Οίας, πρέπει να είσαι υποψιασμένος πως αυτός ο τόπος θα κρατά σε εγρήγορση το νου και την ψυχή σου… Τοπίο δύσκολο, απαιτητικό, ιδιαίτερο! Τα σπίτια, άλλοτε κατάλευκα κι άλλοτε βαμμένα σε ζεστά, φωτεινά χρώματα, ακροπατώντας στο χείλος του γκρεμού με την αυτοπεποίθηση έμπειρου ακροβάτη, αγκαλιάζονται τόσο στενά μεταξύ τους, έτσι που να μην μπορείς πια να ξεχωρίσεις πού αρχίζει το ένα και πού τελειώνει το άλλο. Διώροφα αρχοντικά καπετανόσπιτα, τα περισσότερα στον κεντρικό δρόμο Μάρμαρα, αλλά και στο Σιδερά, με ξύλινα πατώματα, πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο και μεγάλες βεράντες ή αυλές, με μπουκαμβίλιες και αγιόκλημα μαρτυρούν την ευημερία της ναυτικής πολιτείας. Στο κάτω μέρος του σπιτιού υπήρχε η Κάναβα, που χρησίμευε ως αποθήκη και ήταν ο τόπος συγκέντρωσης των σταφυλιών μετά τη Βεντέμα (τρύγος). Ιδιαίτερη ομορφιά έχουν και τα υπόσκαφα με τις λιτές γραμμές, σε δύο κυρίως χώρους, τη σάλα (το καθιστικό) και την κάμαρη ή σοτοκάμαρη (υπνοδωμάτιο), στο μέσα μέρος του σπιτιού, που έπαιρνε φως από το μπροστινό δωμάτιο, καμάρες στα ταβάνια και βοτσαλωτές αυλές, με μικρές αλιτάνες με λουλούδια, αλλά και μυρωδικά χόρτα. Κάτω από την αυλή υπήρχε η στέρνα, για τη συλλογή νερού, μιας και ο τόπος είχε τεράστιο πρόβλημα ύδρευσης μέχρι που λύθηκε οριστικά με το πολύ σημαντικό έργο της αφαλάτωσης. Κάθε υπόσκαφο σπίτι και ναυτικός, κάθε καπετανόσπιτο και πλοιοκτήτης.
Η αρμονία που γεννήθηκε πρώτα μες στην καρδιά των απλοϊκών μαστόρων αυτού του νησιού, έγινε στο πέρασμα του χρόνου παράδοση και παρακαταθήκη.

Στις εκκλησιές της…

Στα κατάλευκα ντυμένες οι εκκλησιές, στο απόλυτο γαλάζιο, τ’ ουρανού και της θάλασσας αντάμα, βαμμένοι οι τρούλοι τους. Οι πιο πολλές από αυτές είναι ιδιόκτητες και η οικογένεια στην οποία ανήκουν φροντίζει για τη συντήρησή τους, τη λειτουργία τους, αλλά και για το πανηγύρι τους, όταν γιορτάζουν.
Στην είσοδο του χωριού, στον Περίβολα, βρίσκεται ο Άι-Γιώργης, άλλοτε μητροπολιτικός ναός της Πάνω Μεριάς μέχρι τον τελευταίο σεισμό του 1956. Ξαναχτίστηκε, όμως, το 1965. Η μικρή εκκλησία στην άκρη της αυλής του είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Όμορφα τέμπλα και ξεχωριστή αγιογραφική τέχνη έχουν και οι εκκλησίες της Παναγίας της Πλατσανής, του Αγίου Σπυρίδωνα και της Ανάστασης, αλλά και οι εκκλησίες της Φοινικιάς, το πιο κοντινό χωριό στην Οία. Οι πεζούλες της (μεγάλοι κήποι σχηματισμένοι με ξερολιθιές), τα καλοκαίρια, μοσχοβολούν από τα άνυδρα μικρά ντοματάκια, τα κατσούνια (είδος αγγουριού), τις άσπρες γλυκές μελιτζάνες, τα στρογγυλά κολοκυθάκια, την πολύ νόστιμη φάβα, αλλά και τα μυρωδάτα σταφύλια που προστατεύονται καλά από τις κουλούρες που σχηματίζουν στις ρίζες τους και φθάνουν ως τους Μπαξέδες (από την τούρκικη λέξη «μπαξές» = «κήπος»), τις ομαλές παραλίες της Οίας που είναι εκτεθειμένες στους βοριάδες.
Όπως πολύ εύστοχα γράφει η Καδιώ Κολύμβα στο βιβλίο της «Οία: Τόπος και Ιστορία»… «Αν τα σπίτια της Οίας συνομιλούν με τη θάλασσα, τα σπίτια της Φοινικιάς μιλούν με τη γη…».
Σε κάθε γιορτή του αγίου κι ένα πανηγύρι, με φαγητό, κρασί και χορό (μπάλο και συρτό), με βιολιά και τσαμπούνες (είδος γκάιντας), καθώς οι Σαντορινιοί είναι άνθρωποι αισιόδοξοι, χαρούμενοι, γλεντζέδες… Όπως λέμε στον τόπο μας, το «λέει η καρδιά» τους! Πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς αυτούς τους ανθρώπους που σμίλεψαν τα βράχια με υπομονή, αντάλλαξαν το φόβο με το θάρρος και μετέτρεψαν τη δίψα για νερό σε δίψα για ζωή; Σε πείσμα της φύσης και του κινδύνου μιας νέας καταστροφής, δεν εγκατέλειψαν τον τόπο τους. Πάλεψαν με μέσα λιγοστά και μεγαλούργησαν. Έχτισαν υπέροχα χωριά και καλλιέργησαν σε λίγες σπιθαμές άνυδρης γης τους πιο νόστιμους καρπούς και το πιο γλυκό κρασί στον κόσμο, το περίφημο «Βινσάντο».
Ίσως καμιά σκαπάνη των αρχαιολόγων, καμιά μελέτη των γεωλόγων δεν θα μπορούσε ποτέ να αξιομετρήσει τη δύναμη της ψυχής τους και την έντονη επιθυμία τους να στεριώσουν στα φυλλοκάρδια της πιο ευμετάβλητης αυτής ελληνικής γης.

Βόλτα στο όνειρο…

Περπατώντας στα δρομάκια της Οίας, νομίζεις πως βρίσκεσαι μέσα σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής, που τα χρώματά του αλλάζουν ανάλογα με την ώρα της ημέρας. Ένας αέρας αρχοντιάς και εκλεπτυσμένης αισθητικής διαπνέει τούτο το μέρος. Ο κεντρικός δρόμος της Οίας που ξεκινάει από τον Περίβολα, την πρώτη της γειτονιά όπου δεσπόζει η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, και φθάνει ως το Κάστρο, είναι γεμάτος με προσεγμένα μαγαζιά, γκαλερί και καλοφτιαγμένα εστιατόρια με εξαιρετικές παραδοσιακές γεύσεις. Καλύπτεται με μαρμάρινες πλάκες (γνωστός ως Μάρμαρα), σημάδι του πλούτου που υπήρχε άλλοτε στον τόπο, ενώ τα στενά καλντερίμια (ρυμίδια) είναι δομημένα με κόκκινες – μαύρες πέτρες και οδηγούν στις άλλες γειτονιές της: στο Σιδερά, που έχει την «πλάτη» του γυρισμένη στην Καλντέρα (στα ισπανικά σημαίνει λέβητας και είναι ο θαλάσσιος κόλπος που περικλείεται από τη Σαντορίνη, τη Θηρασιά και το Ασπρονήσι), στο Γουλά (περιοχή του Κάστρου) ή στη Λότζα (ιταλική λέξη, που σήμαινε λέσχη αναψυχής, από την εποχή των Ενετών). Η πιο όμορφη, όμως, απ’ όλες είναι η γειτονιά Μοναστήρι (από τις πολλές εκκλησιές που έχε), με τον Άγιο Σπυρίδωνα και την Ανάσταση με τους γαλάζιους τρούλους να κυριαρχούν στο τοπίο. Από τούτο το σημείο μπορείς ν’ αγκαλιάσεις με μια ματιά την απεραντοσύνη της γαληνεμένης θάλασσας.
Κάτω από τη γειτονιά αυτή βρίσκεται το Αρμενάκι, το μικρό λιμανάκι με τις ψαρόβαρκες και μερικά «μαγαζιά» (αποθήκες για βάρκες και εξαρτήματα), που κατεβαίνει κανείς από δύσβατο μονοπάτι. Απέναντι από το Αρμενάκι βρίσκεται το γραφικό εκκλησάκι του Άι-Νικόλα του Περαματάρη, που καλωσορίζει τα πλοία καθώς μπαίνουν στο λιμάνι της Σαντορίνης.
Απέναντι από το Γουλά, τη γειτονιά που απολαμβάνει το υπέροχο ηλιοβασίλεμα της Οίας, βρίσκεται ο κατακόρυφος βράχος της Θηρασιάς που σβήνει ομαλά ως τη θάλασσα με μια στενή λωρίδα γης, τη Ρίβα. Εκεί, στη «μύτη» της Θηρασιάς βρίσκεται και η εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, από την οποία πήρε το όνομά της η Σαντορίνη, καθώς αυτήν πρωτοαντίκρισαν οι Ενετοί θαλασσοπόροι λίγο πριν μπουν στην Καλντέρα από το βοριά.

Κάτω στο λιμάνι…

Στα δύο λιμάνια της, την Αρμένη και το Αμμούδι, οδηγούν πολλά φαρδιά σκαλοπάτια (οι ντόπιοι τα λένε «καραβολάδες», από το σχήμα τους: καραβόλοι = σαλιγκάρια). Ήταν τα λιμάνια της Οίας κατά το 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα.
Στην Αρμένη ο μόνος τρόπος για να ανεβοκατεβείς είναι τα σκαλοπάτια (με τα πόδια ή με τα μουλάρια), που ξεκινούν από τον κεντρικό μαρμάρινο δρόμο και φθάνουν ως τη θάλασσα. Η Αρμένη πήρε το όνομά της από τα άρμενα των πλοίων, καθώς σ’ αυτό το μικρό λιμανάκι λειτουργούσαν κατά το 19ο αι. επτά ναυπηγεία, που «έχτιζαν» τα ιστιοφόρα, τα πανωμερίτικα καράβια.
Με βάρκα από την Αρμένη μπορούμε να φθάσουμε και ως το εκκλησάκι των Αγίων Εφταπαίδων, που είναι σφηνωμένο στη σχισμή κάθετου βράχου.
Από εδώ επίσης ξεκινούν και τα πλοιάρια που κάνουν ημερήσιες εκδρομές στο ηφαίστειο, τα νησάκια Παλαιά και Νέα Καμένη, καθώς και τη Θηρασιά.
Στο Αμμούδι πηγαίνει πια και αυτοκινητόδρομος.
Η καλύτερη ώρα του είναι το απόγευμα, καθώς μπορεί να συνδυάσει κανείς τη γευστική με την αισθητική απόλαυση. Στα γραφικά ταβερνάκια του, που σερβίρουν καταπληκτικούς ντόπιους μεζέδες και σαντορινιό κρασί, θα απολαύσουμε το ωραιότερο ηλιοβασίλεμα, καθώς ο ήλιος σβήνει την κάψα του στη δροσερή αγκαλιά της θάλασσας, χαρίζοντάς της τα πιο ζεστά του χρώματα.
Κάθε απόγευμα αυτή την ώρα στην Οία συγκεντρώνεται μεγάλος αριθμός τουριστών που, ακουμπισμένοι πάνω σε κάποιο τοιχάκι, απολαμβάνουν τη ρομαντική αυτή στιγμή από το Κάστρο ή το Μύλο και τις γειτονιές εκείνες που βρίσκονται πάνω από το Αμμούδι.
Ανάμεσα στα δρομάκια της Οίας θα ανακαλύψουμε και το ενδιαφέρον Ναυτικό Μουσείο Θήρας, ένα αληθινό προσκύνημα στην Αιγαιοπελαγίτικη Ναυτική Παράδοση, με σπάνια ακρόπρωρα, κασέλες ναυτικών, παλιούς ναυτικούς χάρτες, υδατογραφίες κ.ά.


Για μπάνιο η πιο κοντινή επιλογή είναι οι εκτεταμένες παραλίες στους Μπαξέδες, που όμως είναι εκτεθειμένες στους βοριάδες και έχουν συνήθως κύμα. Στο ακρωτήριο Κολούμπο βρίσκεται και ο υποθαλάσσιος κρατήρας του ηφαιστείου που αναστάτωσε με την έκρηξή του το 1650 το νησί.
Οι καλύτερες θάλασσες για κολύμπι, όμως, βρίσκονται λίγο μακρύτερα και είναι όλες με γκρι σκούρα άμμο ή κόκκινα-μαύρα βότσαλα. Οι πιο γνωστές είναι η Περίσσα, ο Περίβολος, το Καμάρι, η Βλυχάδα, η Άσπρη παραλία (από το Ακρωτήρι μόνο με βάρκα), η Κόκκινη παραλία (από το Ακρωτήρι με τα πόδια ή με βάρκα) και ο Μονόλιθος.
Στη Σαντορίνη, βέβαια, δεν έρχεται κανείς για να απολαύσει μαγευτικές θάλασσες. Η ομορφιά αυτού του τόπου βρίσκεται εκεί ψηλά, στα χωριά που αγκαλιάζουν σε μια ματιά το απέραντο γαλάζιο… Πιο ψηλά από τη θάλασσα, πιο κοντά στον ουρανό!

Πεζοπορίες με αφετηρία την Οία

Εάν μας αρέσει το περπάτημα, στην Οία θα το ευχαριστηθούμε με την ψυχή μας. Έτσι κι αλλιώς, το αυτοκίνητο το ξεχνάμε στο χώρο στάθμευσης, αφού δεν έχει θέση σ’ έναν παραδοσιακό οικισμό. Όλες οι μετακινήσεις μας, λοιπόν, γίνονται με τα πόδια. Οι βόλτες έχουν ως κύριο άξονα τον κεντρικό δρόμο Μάρμαρα, με διακλαδώσεις στα λιθόστρωτα δρομάκια που σε οδηγούν στις γειτονιές της Οίας. Μια καλή βόλτα είναι να ξεκινήσουμε νωρίς το πρωί και να κατεβούμε από τα φαρδιά σκαλοπάτια ως κάτω στο Αμμούδι, το γραφικό λιμανάκι της, για να χαζέψουμε τους ψαράδες και να ανακαλύψουμε ένα ακόμη εντυπωσιακό τοπίο. Στην επιστροφή, μπορούμε να ανεβούμε και από τον αυτοκινητόδρομο.
Μια ξεχωριστή πεζοπορία είναι αυτή που ξεκινά από την Οία και ακολουθώντας το παλιό μονοπάτι που χρησιμοποιούσαν άλλοτε οι ντόπιοι, φθάνει στο Ημεροβίγλι και από εκεί στα Φηρά. Γι’ αυτό θα χρειαστούμε οδηγό που να ξέρει καλά το μονοπάτι. Η διαδρομή διαρκεί 3 ώρες περίπου και κινείται κατά μήκος του «φρυδιού» της Καλντέρας, έχοντας υπέροχη θέα προς τη θάλασσα.
Από το Ημεροβίγλι ως τα Φηρά, ακολουθώντας το πέτρινο μονοπάτι, θα κάνουμε γύρω στα 45’ και θα απολαύσουμε μια φανταστική διαδρομή.

Γεύση Σαντορίνης

Στο νησί θα απολαύσουμε από εκλεπτυσμένες γεύσεις σε πολυτελή εστιατόρια με θέα στην Καλντέρα, μέχρι σαντορινιούς μεζέδες και ντόπιο κρασί στα ταβερνάκια δίπλα στο κύμα. Καλή ιδέα είναι να συνδυάσουμε το ηλιοβασίλεμα στην Οία και φαγητό στο Αμμούδι, το γραφικό λιμανάκι της.
Τι θα δοκιμάσουμε; Λαχταριστούς ντοματοκεφτέδες, φάβα με τσιγαρισμένο κρεμμύδι, αθερινόπιτα, ολόφρεσκα ψάρια και χταποδάκι στα κάρβουνα, μουσακά με ντόπιες μελιτζάνες και κολοκυθάκια στρογγυλά, σαλάτα με ντοματάκια, αγγούρι ή κατσούνι, κάππαρη τουρσί σε φύλλα και καρπούς (κουμπιά τα λένε οι ντόπιοι) και τριμμένη φέτα.
Στα σπίτια τους οι Σαντορινιές μαγειρεύουν ακόμη άσπρες μελιτζάνες σε ροδέλες, τηγανητές με γλυκιά σάλτσα ντομάτας, σκόρδο, ρίγανη και ελαιόλαδο, σκορδομακάρονα (χοντρά μακαρόνια με σάλτσα ντομάτας με σκόρδο), σφουγγάτο με αθερίνα και φασολάκια μαυρομάτικα με ρύζι.

Το φθινόπωρο ετοιμάζουν μελιτζάνες-τουρσί, που διατηρούνται σε γυάλινα βάζα. Ένα παραδοσιακό γλυκό για γάμους, βαφτίσια κι αρραβώνες είναι το «κουφέτο», που φτιάχνεται με μέλι και αμύγδαλα και σερβίρεται σε πιατέλες με λίγη κανέλα. Σε μαγαζιά με παραδοσιακά προϊόντα θα βρούμε συσκευασμένο «κουφέτο», καθώς και ντοματάκι γλυκό, πεντανόστιμα φιστίκια κι αποξηραμένα ντοματάκια. Παραδοσιακό γλυκό της Σαντορίνης που φτιάχνεται το Πάσχα είναι τα μελιτίνια (με γέμιση από ανάλατη μυζήθρα και χειροποίητο φύλλο).
Φυσικά, στο νησί θα δοκιμάσουμε μεγάλη ποικιλία κρασιών (Ασύρτικο, Νυχτέρι, Βινσάντο, το φημισμένο γλυκόπιοτο κρασί της…). Είναι καλή εμπειρία να επισκεφθούμε ένα από τα οινοποιεία της Σαντορίνης, όπως του Ρούσου και του Κουτσογιαννόπουλου, με αναπαραστάσεις από τον τρύγο και την παραγωγή του κρασιού… Εκεί θα έχουμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε τη μεγάλη ποικιλία κρασιών και να επιλέξουμε αυτό που μας ταιριάζει.
Η βραδιά στη Σαντορίνη κλείνει ειδυλλιακά με ένα ποτήρι καλό Βινσάντο και απαλή μουσική… πάντα με καλή παρέα!
Φεύγοντας από τούτο το ξεχωριστό νησί, ας κρατήσουμε βαθιά μέσα μας, σαν επτασφράγιστο μυστικό, αυτή την πρωτόγνωρη ομορφιά της Σαντορίνης, γιατί… δεν φτάνει μονάχα να ζεις το όνειρο. Πρέπει και να το προστατεύεις!

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ

Ντοματοκεφτέδες Σαντορίνης

Υλικά (για 4 άτομα)

1 κιλό ντοματάκια Σαντορίνης (ή ντομάτες)
3 μεγάλα κρεμμύδια ψιλοκομμένα
½ ματσάκι βασιλικό
½ ματσάκι μαϊντανό
½ ματσάκι άνηθο (προαιρετικά)
αλάτι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι
λίγη ρίγανη
αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
ελαιόλαδο για το τηγάνισμα (ή καλαμποκέλαιο)

Εκτέλεση

Κόβουμε σε μικρά κομμάτια τα ντοματάκια και τα βάζουμε σε ένα βαθύ πήλινο σκεύος, πασπαλίζοντας με λίγο αλάτι. (Εάν έχουν πολλά υγρά, καλύτερα να τα αφήσουμε να στραγγίσουν πριν σε σουρωτήρι).
Ψιλοκόβουμε το μαϊντανό, το δυόσμο και τον άνηθο (προαιρετικά) και τα ρίχνουμε σε μια λεκάνη.
Αναμειγνύουμε όλα τα υλικά μαζί, προσθέτουμε τη ρίγανη, το πιπέρι και το αλάτι.
Προσθέτουμε σιγά-σιγά το αλεύρι και λίγο ελαιόλαδο και ζυμώνουμε τους ντοματοκεφτέδες, μέχρι να πλάθονται εύκολα και να γλιστρούν από το κουτάλι.
Ρίχνουμε το ελαιόλαδο στο τηγάνι και μόλις κάψει ρίχνουμε κουταλιά-κουταλιά τους ντοματοκεφτέδες. Χαμηλώνουμε τη φωτιά.
Μόλις ροδίσουν από τη μια μεριά, τους γυρίζουμε προσεκτικά από την άλλη.
Όταν είναι έτοιμοι, τους βγάζουμε με τρυπητή κουτάλα από το τηγάνι και τους ακουμπάμε σε απορροφητικό χαρτί κουζίνας να στραγγίσουν καλά από το λάδι.
Τους τοποθετούμε σε μια όμορφη πιατέλα και τους σερβίρουμε αμέσως, ζεστούς και λαχταριστούς!

Μυστικό! Κάποιες νοικοκυρές στη Σαντορίνη προσθέτουν και ένα ξυσμένο στρογγυλό κολοκυθάκι στα υλικά, που κάνει πιο αφράτους τους ντοματοκεφτέδες.

Οι ντοματοκεφτέδες είναι το πιο αγαπημένο καλοκαιρινό (και όχι μόνο…) φαγητό, που χαρακτηρίζει το νησί. Τους λένε και ψευτοκεφτέδες, γιατί φτιάχνονται από απλά υλικά που υπήρχαν πάντα στο σπίτι (και όχι με κιμά). Οι ντοματοκεφτέδες γίνονται και με κανονικές ντομάτες. Όμως, αυτό που κάνει ξεχωριστή τη γεύση τους στη Σαντορίνη είναι τα μικρά άνυδρα ντοματάκια που παράγονται μόνο στο νησί. Συνοδεύονται όμορφα με τζατζίκι και φρέσκια σαλάτα. Ένα ποτήρι δροσερό λευκό σαντορινιό κρασί ταιριάζει απόλυτα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.